διαγνάπτω
διαγνάπτω, aufscharren ; Od. 4.438 scheint διαγνάψασα var. lect. gewesen zu sein für διαγλάψασα, εὐνὰς δʼ ἐν ψαμάθοισι διαγνάψασʼ (διαγλάψασʼ) ἁλίῃσιν ἧστο, Apoll. Lex. Hom. p. 58.15 διαγνάψας· διακοιλάνας. Eine andere var. lect. war vielleicht διαγλύψασα, vgl. Scholl.