διαγνωρίζω
διαγνωρίζω, to make known
διαγνωρ-ίζω,
- make known, τί τινι Ev.Luc. 2.15 (v.l.); speak publicly, περί τινος ib. 17.
1 divulgar una noticia
περὶ τοῦ ῥήματος
• dar a conocer
ὡς καὶ αἱ παρ' αὐτοῦ τρεῖς παραιτητικαὶ ἐπιστολαὶ διεγνώρισαν
2 reconocer
ἐν τούτοις μόνοις ... τὴν ἐντὸς ἡσυχίαν
τὸ γὰρ ἑκουσίως διαμαρτάνειν ταύτῃ μάλιστα διαγνωρίζεται
δια·γνωρίζω (ao. διεγνώρισα) faire connaître, divulguer, Phil. 1, 210 ; περί τινος, NT. Luc. 2, 17, ce qui concerne qqe ch.
διαγνωρίζω, = διαγιγνώσκω, Sp ; bekannt machen, NT.
Strong 1232
*†
to publish abroad:
Lk 2:17, Rec. (ἐγνώρισεν, Edd.).†
διαγνωρίζω
fut. Attic ιῶ
- to make known, NTest.