διαγνώμων
διαγνώμων, distinguishing
δια-γνώμων, ον, gen. ονος,
- distinguishing, and so rewarding, ὁσίων Antipho 3.3.3.
1 que distingue, que da pruebas de atención c. gen.
ὁσίων δὲ διαγνώμονες
2 subst. ὁ δ. árbitro
κριτήν τε καὶ διαγνώμονα ποιεῖσθαι τὸν ἱερουργόν
γίνου δ. μοι
δοκιμασία τοῦ κοινοῦ διαγνώμονος
διαγνώμων, ων, ον, gén. ονος, qui discerne, d’où qui fait attention à, qui a égard à, gén. Ant. 122, 39, p. opp. à τιμωρός.
Étym. διαγιγνώσκω.
διαγνώμων, ον, unterscheidend, ὁσίων Antiph. III γ 3.