διακερτομέω
διακερτομέω, to mock at
διακερτομέω, strengthd. for κερτομέω,
- to mock at, D.C. 43.20.
burlarse, mofarse de
τὴν παρὰ τῷ τῆς Βιθυνίας βασιλεύσαντι διατριβὴν ... διεκερτόμησαν
δια·κερτομέω-ῶ, déchirer par des railleries, DC. 43, 20.
διακερτομέω, verspotten, DC. 43.20.