διακεφαλαιῶσαι
διακεφᾰλαιῶσαι,
- gloss on διαπηνηκίσαι, Hsch. διακεχλῐδέναι· θρύπτεσθαι, and -κεχλιδώς (-οιδῶς cod.): διαρρέων ὑπὸ τρυφῆς, Id.; cf. χλιδή.