διακέομαι
διακέομαι, repair
διᾰκέομαι,
- repair, IG 11.154A10,199A 69,103 (Delos, iii B.C.).
reparar s. cont., Sapph.l.c.,
τὴν ὀροφὴν τῆς οἰκίας
τοῦ γυμνασίου ... τὸν κέραμον τὸν κατειαγότα