διακερματίζομαι
διακερματίζομαι, get changed into small coin
διακερμᾰτίζομαι,
- get changed into small coin, δραχμήν Ar. V. 789.
1 cambiar en calderilla
(δραχμήν)
2 fragmentar, hacer pedazos en v. pas.
(ὁ χρυσός) κἂν εἰς πολλοὺς διακερματίζηται τύπους
• fig.
τὴν ἐπίνοιαν ἡμῖν ὁ σοφὸς διακερματίσας
διακερματίζομαι
fut. ιοῦμαι
- to get changed into small coin, Ar.