διακομιστής
portador
γραμμάτων
τῶν παρὰ Θεοῦ νόμων
ἱερῶν κηρυγμάτων
τῆς δάφνης
διακομιστής, οῦ (ὁ) celui qui transporte (des lettres), messager, Syn. Ep. 8, 1345 b Migne, etc.
Étym. διακομίζω.
διακομιστής, ὁ, der Ueberbringer, Sp.
portador
γραμμάτων
τῶν παρὰ Θεοῦ νόμων
ἱερῶν κηρυγμάτων
τῆς δάφνης