διακλώθω Save DGE Bailly 2024 διακλώθω tejer en v. pas. βύσσος διακεκλωσμένη Gr.Naz.M.35.1052B. δια·κλώθω (part. pf. pass. -κεκλωσμένην) nouer fortement, Naz. 1, 368.