Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διακονικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διακολαπτηρίζω
διακολάπτω
διακολλάω
διακόλλημα
διακόλλησις
διακολλητικός
διακολοβόω
διακολουθέω
διακόλουθος
διακολπιτεύω
διακολυμβάω
διακομιδή
διακομίζω
διακομιστής
διάκομμα
διακομπάζω
διακομπέω
Διακόν
διακονάω
διακονέστερος
διακονέω
διακόνημα
διακόνησις
διακονητήρ
διακονητής
διακονητικός
διακονήτρια
διακονία
διακονίζω
διακονικός
διακονικῶς
διακόνιν
διάκονιν
διακονίομαι
διακόνιον
διακονίς
διακόνισσα
διακονιστής
διακονίω
διάκονος
διακοντίζομαι
διακοντίζω
διακοντισία
διακοντισμός
διακόντωσις
διακοπή
Διακοπηνή
διάκοπον
διάκοπος
διάκοπρος
διακοπτέον
διακοπτικός
διακόπτω
διακορεία
διακόρευσις
διακορεύω
διακορέω
διακορής
διακόρησις
διακορία
διακορίζω
…
διακονικῶς
Save
Bailly 2024
διακονικῶς
[
ᾱ
]
adv.
avec la diligence d’un serviteur,
Mén.
(
Ath.
172
c
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}