διακλυσμός
διακλυσμός, clyster
δια-κλυσμός, ὁ,
- clyster, Dsc. 2.156.
enema, lavativa
πρὸς ἰσχιάδα
διακλυσμός, οῦ (ὁ) c. le préc. Diosc.
διακλυσμός, ὁ, das Ausspülen, Sp.
διακλυσμός, clyster
enema, lavativa
πρὸς ἰσχιάδα