Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διακολλητικός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διακλιμακίζω
διακλιματέω
διακλίνω
διάκλισις
διακλονέω
διακλύζω
διάκλυσμα
διακλυσμάτιον
διακλυσμός
διακλυστήριον
διακλύστηρον
διακλώθω
διακλωπάω
διακναίω
διακνημόομαι
διακνίζω
διακοιλαίνω
διάκοιλος
διακοινοποιέω
διακοινώνησον
διακοιρανέοντα
διακοιρανέω
διακόκκω
διακολακεύομαι
διακολακεύω
διακολαπτηρίζω
διακολάπτω
διακολλάω
διακόλλημα
διακόλλησις
διακολλητικός
διακολοβόω
διακολουθέω
διακόλουθος
διακολπιτεύω
διακολυμβάω
διακομιδή
διακομίζω
διακομιστής
διάκομμα
διακομπάζω
διακομπέω
Διακόν
διακονάω
διακονέστερος
διακονέω
διακόνημα
διακόνησις
διακονητήρ
διακονητής
διακονητικός
διακονήτρια
διακονία
διακονίζω
διακονικός
διακονικῶς
διακόνιν
διάκονιν
διακονίομαι
διακόνιον
διακονίς
…
διακολλητικός
Save
LSJ
διᾰκολλ-ητικός, prob. f.l. for διακωλυτικός, ἔργα
Poll.
7.209.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}