διακλωπάω Save Bailly 2024 Pape δια·κλωπάω (seul. part. prés. -κλωπῶν) c. διακλέπτω, Anth. 5, 213 dout. Étym. sel. Reiske, διὰ κλωπῶν. διακλωπάω, p. = διακλέπτω.