διακοπτέον
διακοπτέον, one must cut short
δια-κοπτέον,
- one must cut short, πρεσβείας ἀκαίρους Plu. Praec. 2.819a.
hay que cortar
τὰ ὀστέα
• hay que cortar de raíz, fig. hay que acabar con
πρεσβείας ... ἀκαίρους
διακοπτέον, vb. de διακόπτω, Plut. M. 819a.