διακορής
διακορής, satiated
- = διάκορος, τινός Pl. Lg. 629b, Max.Tyr. 7.6, D.C. 61.13, Jul. Or. 2.65d: abs., Plu. Lyc. 15.
1 completamente saciado, harto ref. a pers. y anim.
τρέφειν καὶ διακορεῖς ποιεῖν
ὑπὸ πλήθους ὧν ἐνεφορήσαντο διακορεῖς
αὐτῶν (τῶν ποιημάτων)
ὄψεών τε καὶ ὀσμῶν
κρεῶν
τοῦ χρήματος
δ. μέθης οὖσα
completamente borrachaλαμπρᾶς ... πομπῆς
• tb. c. gen. de pers.
αὐτῶν
διακορεῖς ἐγένοντο ὑβρίζοντες
2 fig. de abstr. colmado, culminado
κίνησις δ. καὶ πλήρης
ἐν τῷ ὄντι ... ὡς ... διακορεῖ τοῦ εἶναι ὅ ἐστι
• fig. de pers. muy versado
τῶν φιλοσόφων λόγων