διακόρευσις
διακόρ-ευσις, εως, ἡ,
- = διακόρησις, Sor. 1.25, al.
desfloración, Lindos 487.12 (III a.C.), Sor.1.16 (cód.).
διακόρευσις, ἡ, Entjungferung, Schol. Il. 18.493.
desfloración, Lindos 487.12 (III a.C.), Sor.1.16 (cód.).