διακώλυμα
διακώλυμα, hindrance, obstacle
διακώλ-ῡμα, ατος, τό,
- hindrance, obstacle, ἔργων Pl. Lg. 807d.
impedimento, obstáculo
τῶν ἔργων
ὅπως ἂν μηθὲν δ. γίγ[νητ]αι
διακώλυμα, ατος (τὸ) [ῡ] empêchement, obstacle, Plat. Leg. 807d.
Étym. διακωλύω.
διακώλυμα, [ῡ], τό, das Hindernis, Plat. Tim. 76d.