διακωλυτικός
διακωλυτικός, preventive
διακωλ-ῡτικός, ή, όν,
- preventive, Pl. Plt. 280d, prob.l. in Poll. 7.209.
que impide, que sirve para obstaculizar
περὶ ... τὰς βίᾳ πράξεις διακωλυτικὰ ἔργα
(πρὸς τὴν τέκνωσιν) ἧττον μὲν διακωλυτικὸν τὸ πάθος
φλεγμασίης πάσης
διακωλυτικός, ή, όν [ῡ] propre à empêcher, Plat. Pol. 280d ; Arstt. H.A. 10, 1, 12.
Étym. διακωλύω.
διακωλυτικός, [ῡ], ή, όν, verhindernd ; ἔργα Plat. Polit. 280d ; Arist. H.A. 10.1.