διαλαμβάνω
διαλαμβάνω, to take severally, to divide, to intercept
- take or receive severally, i.e. each his own share, ἵνα διαλαμβάνοιεν ἕκαστοι τὰ ἄξια X. Cyr. 7.3.1, cf. An. 5.3.4; δ. οἰκίας Lys. 12.8.
- II grasp or lay hold of separately, διαλαβόντες . . τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας Hdt. 4.94: hence, seize, arrest, τινά Id. 1.114, Pl. R. 615e; διαλελαμμένος ἄγεται Hdt. 4.68, cf. Ar. Ec. 1090 (v. Sch. ad loc.).
- 2 in wrestling, grasp round the waist, seize by the middle, διαλαβὼν ἀγκυρίσας cj. Casaub. in Ar. Eq. 262; διαλαμβάνων τοὺς νεανίσκους ἐτραχήλιζεν Plu. Ant. 33; in full, μέσον δ. τινά Ach.Tat. 3.13; also, tie up, σπάρτῳ PHolm. 12.13: metaph. of the soul, διειλημμένη ὑπὸ τοῦ σωματοειδοῦς Pl. Phd. 81c.
- 3 treat, handle, ταύτῃ τοὺς νόμους Lys. 14.4; τὸν ἡγεμόνα ὡς ἀνδράποδον Philostr. VA 5.36.
- 4 metaph., embrace, ὡς ἐπὶ τὸ πᾶν δ. comprehend in a general statement, Thphr. HP 8.1.6.
- III divide, τὸν ποταμὸν ἐς τριηκοσίας διώρυχας δ. Hdt. 1.190, cf. 202, 5.52; τριχῆ δώδεκα μέρη δ. divide 12 parts into 3 (i.e. of 4 each), Pl. Lg. 763c; ἵνα χωρὶς ἡμᾶς διαλάβῃ, of a person taking his seat between two others, Id. Smp. 222e; δ. εἰς δύο πάντας divide them into two parties, Arist. Pol. 1296a11; δ. τὸν δῆμον, τοὺς ἀπόρους, ib. 1272b11, 1320b8; τὴν σύμπασαν ἀρχὴν κατὰ ἔθνη Id. Mu. 398a29:—Pass., ποταμὸς διαλελαμμένος πενταχοῦ divided into five channels, Hdt. 3.117; of troops, Aen.Tact. 10.25; θώρακες διειλημμένοι τὸ βάρος ὑπὸ τῶν ὤμων, στήθους κτλ. coat-armour having its weight distributed so as to be borne by . ., X. Mem. 3.10.13.
- 2 mark at intervals, στήλαις δ. τοὺς ὅρους Decr. ap. D. 18.154; τὰ τείχη δ. φυλακτηρίοις καὶ πύργοις provide them at intervals with . ., Arist. Pol. 1331a20 (Pass.), cf. OGI 701.13 (Egypt): of Time, τὰ τῶν ὡρῶν ἐνιαυτοῖς διειλημμένα Pl. Lg. 886a.
- b make a pause, δ. λέγοντα Id. Prt. 346e: abs., διαλαβών at intervals, Hp. Mul. 1.68.
- c give relief, make a break, Arist. Pr. 880b22.
- 3 cut off, intercept, τὰ στενόπορα Th. 7.73 codd.; ὁ πορθμὸς ὁ δ. τὴν Σικελίαν Arist. Mir. 840a2; δ. τάφρῳ Plb. 5.99.9; δ. φυλακαῖς διαστήματα Id. 1.18.4, etc.
- 4 mark off, distinguish, αἱ πολιτεῖαι . . τοὺς πλείστους διειλήφασιν Isoc. 4.16.
- 5 diversify, intersperse, ἐπεισοδίοις δ. τὴν ποίησιν Arist. Po. 1459a36; λόγον περιόδοις D.H. Comp. 2; παραπληρώμασι ib. 16; ποιήσεις μέτροις ib. 26:—Pass., γῆ χρώμασι διειλημμένη marked with various colours, Pl. Phd. 110b; λειμῶνες παντοδαποῖς φυτοῖς διειλ. Luc. Patr.Enc. 10.
- b in pf. part. Pass., διειλημμένος distinct, Phld. D. 1.24; κατʼ οὐ δ. δόξας ibid.; cf. διειλημμένως.
- 6 divide or distinguish in thought, ταῦτα δ. τοῖς διανοήμασι Pl. Lg. 777a; δ. δίχα [αὐτοὺς] τῷ παίζειν καὶ μή ib. 935d, cf. E. El. 373; διὰ τῶν ἔργων δ. τὴν πίστιν draw distinctive arguments from facts, dub. l. in Arist. Pol. 1323a40; περί τινος Id. PA 665a31, PAmh. 2.35.44 (ii B.C.): ὑπέρ τινος Plb. 2.42.7; δ. τί δεῖ ποιεῖν Id. 4.25.1, cf. PRyl. 68.23 (i B.C.): hence, determine, define, τὸν καιρόν Plb. 15.5.2: c. inf., Id. 30.9.2; grasp, apprehend, Epicur. Ep. 1 p.5 U., al.; perceive, ὅτι . . Phld. Sign. 29; give a judicial decision, BGU 195.36 (ii A.D.), 15 i 16 (ii A.D.): in later Prose, simply, think, believe, J. AJ 2.16.5, Anon.Lond. 24.32, etc.
- 7 state distinctly, Philipp. ap. D. 12.23; περί τινος A.D. Synt. 22.8, etc.:—Med., ib. 162.27.
- 8 to be pre-eminent throughout, ἀρεταῖς πᾶσαν τὴν ὑφʼ ἡλίῳ OGI 520.5 (Iasus).
A c. διά ‘a través’
I
1 dividir entre varios, un plu. o un colect. repartir, repartirse, dividir de pers., ciu., etc., siendo suj. una persona que se sienta en medio de otras dos
ἵνα χωρὶς ἡμᾶς διαλάβῃ
ἵνα ... διαλαμβάνοιεν ἕκαστοι τὰ ἄξια
τριχῇ δώδεκα μέρη τῆς πόλεως διαλαβόντες
αἱ γὰρ πολιτεῖαι ... τοὺς πλείστους αὐτῶν διειλήφασιν
διαλαμβάνοντες τὸν δῆμον
ἐν δὲ ταῖς μικραῖς ῥᾴδιόν τε διαλαβεῖν εἰς δύο πάντας
τὴν δὲ σύμπασαν ἀρχὴν τῆς Ἀσίας ... διειλήφεσαν κατὰ ἔθνη
τὸν ὄχλον διελάμβανον
βινεῖν δεῖ με διαλελημμένον
ἔστωσαν δὲ διειλημμένοι
• abs., ref. a anim.
ἐπὶ γὰρ τοῦτο διέλαβεν ἡ φύσις
a este respecto la naturaleza hizo una división
• de la abertura que tienen los cetáceos para expulsar el agua
διελάμβανε γὰρ ἂν ἀπὸ τῆς ῥάχεως αὐτόν
• de seres inanimados
τὸ ἀπὸ τῶν αἰχμαλώτων ἀργύριον γενόμενον
οἰκίας
διαλαμβάνει ... ὑγρόν
• dividir una entidad continua
ποταμὸν ... ἐς τριηκοσίας καὶ ἑξήκοντα διώρυχάς μιν διαλαβών
• de un discurso dividir en partes
ταῖς περιόδοις διαλαβεῖν εὖ τὸν ὅλον λόγον
• trocear una salchicha
πνικτῷ διέλαβεν περικομματίῳ
• en v. pas.,
ψυχὴν ... διειλημμένην γε οἶμαι ὑπὸ τοῦ σωματοειδοῦς
ἡ ψυχὴ ὅλη καὶ οὐ διειλημμένη
ὁ κόσμος ... οὐ διειλημμένος
• c. entidades discontinuas distribuir
τὸ μὲν ἥμισυ διαλαβόντες αὐτῆς (τῆς χορδῆς)
• en v. pas., c. ac. de rel. ser distribuido
(θώρακες) διειλημμένοι τὸ βάρος
μησὶν διειλημμένα
• del cuerpo
σώματα ἤδη σχήμασι διειλημμένα
• estar repartido en colores
γῆ ... χρώμασι διειλημμένη
2 apartar, separar a los contendientes en una lucha
διαλαμβάνων τοὺς νεανίσκους ἐτραχήλιζεν
3 c. valor local poner jalones
στήλαις διαλαβεῖν τοὺς ὅρους
τὰ δε τείχη διειλῆφθαι φυλακτηρίοις καὶ πύργοις
que las murallas habían sido jalonadas de puestos de guardia y torresὁδὸς ... ὑδρεύμασι ἀφθόνοις ... διειλημμένη
• cortar, interceptar
τὰ στενόπορα τῶν χωρίων διαλαβόντας ... φυλάσσειν
τὰ δὲ μεταξὺ τῶν στρατοπέδων τάφρῳ καὶ διπλῷ χάρακι διαλαβών
• c. ref. a intervalos o separación
διαστήματα φυλακαῖς δ.
ocupar los huecos con puestos de guardiaτὸ τεῖχος φρουραῖς ἐπιμελεστέραις διελάμβανεν
τῆς ζωῆς ἡμῶν δύο πέρασιν ἑκατέρωθεν διειλημμένης
estando limitada nuestra vida por ambos lados, e.e. por dos términos
• fig. salpicar, intercalar
(Ὅμηρος) ἄλλοις ἐπεισοδίοις [δὶς] διαλαμβάνει τὴν ποίησιν
(Homero) da variedad a la poesía intercalando otros episodiosπαραπληρώμασιν εὐφώνοις διείληφεν
• sembrar en v. pas.
λειμῶνες παντοδαποῖς φυτοῖς διειλημμένοι
4 c. valor temp. interrumpir, hacer una pausa
ἐνταῦθα δεῖ ... διαλαβεῖν λέγοντα
entonces conviene que el que habla haga una pausaοὐδὲν γὰρ κωλύει διαλαβεῖν τὸν λόγον
πολλάκις δὲ τῇ φωνῇ διαλαμβάνειν τὸν λόγον
interrumpir repetidamente el discurso quedándose en silencio
• abs. διαλαβών a intervalos Hp.Mul.1.68
• dar descanso
τὰ μέρη
II ref. al intelecto
1 distinguir, seleccionar o elegir entre criterios diferentes
πῶς οὖν τις αὐτὰ διαλαβὼν ὀρθῶς κρινεῖ;
διαλαβόντες ἕκαστοι τοῖς διανοήμασιν
Δημόκριτος δ' ἔοικεν οὐ καλῶς διαλαβεῖν περὶ αὐτῶν
• de los sonidos distinguir unos de otros
διαλαμβάνει γὰρ πρῶτον περὶ φθόγγων
δεῖ ... περὶ τούτων ὧδε διαλαβεῖν
2 considerar, tratar, tener en cuenta
ταύτῃ τοὺς νόμους διαλαμβάνειν
ταῦτα δὲ διαλαβόντας
χρὴ δὲ τὰς ἀναβλαστήσεις καὶ τὰς διαφύσεις ταύτας ὡς ἐπὶ τὸ πᾶν διαλαβεῖν
es preciso tener en consideración, en general, estas épocas de brote o germinaciónδιαλαβόντες τὸν ἡγεμόνα, ὥσπερ ἀνδράποδον
ἀμφιβολίας ἐν κοινῷ συνεδρίῳ
ὑπὲρ τούτων
περὶ τῶν ὅλων
ἀφελέστερον περὶ τῶν πραγμάτων
δέον διαλαβεῖν περὶ ἑκάστου
διειλημμέναι ... δόξ[αι
opiniones examinadas cuidadosamente
3 opinar, pensar, creer
περὶ τῆς τῶν παίδων ἀγωγῆς, τίνα τρόπον διειλήφασιν οἱ πατέρες
πρῶτον μὲν τοῦτο <δεῖ> διαλαβεῖν
περὶ μὲν οὖν τούτων ὡς ἑκάστῳ δοκεῖ διαλαμβανέτω
ὁμόδουλον εἶναι διαλαβών
διέλαβεν ἁρμόζειν ἑαυτῷ
φυγεῖν αἰσχρὸν διέλαβεν
διέλαβεν ἀποστατεῖν τὴν Ἰουδαίαν
οἱ μὲν οὖν Ἀθηναῖοι διέλαβον αὐτὸν ἥκειν
ὅθεν διέλαβον ... φυτεύειν
(el versículo) a partir del cual creían plantar (el fundamento de su herejía)ἃ καὶ τοῖς ἀλόγοις ζῴοις μέγιστα καὶ σπουδαιότατα διείληπται
• abs.
ὡς αὐτοὶ διελάμβανον
según creían
4 comprender, captar
λόγους τῆς διανοίας αὐτοῦ οὐ διαλήμψεσθε
ταῦτα οὖν εὖ μάλα διειληφὼς ὁ προφήτης
• percibir, darse cuenta
διειληφότες οὖν τόδε τὸ ἔθνος ... κείμενον
διαλαβόντες τοῦτο καλῶς ἕξειν
διελάμβανε μετὰ τούτων τί δεῖ ποιεῖν
• en v. pas.
ὡς ἐπίβουλοι διαλαμβάνονται
5 decidir, tomar la decisión de c. inf.
(τὸν Πολυάρατον) εἰς τὴν Ῥόδον ἀποστέλλειν διέλαβε
• jur. y admin., frec. en uso abs. tomar una decisión, determinación o resolución y esp. dictar sentencia c. περί y gen.
περὶ τῶν καθ' ὑμᾶς
περὶ αὐτῶν εἰσβεβιασμένων ... ἐν τῇ ἐμῇ οἰκίᾳ διαλαβεῖν
περὶ αὐτοῦ ὡς καθήκει
περὶ δὲ ἧς πεποίηται βίας καὶ χειρογρ(αφίας) διαλαβεῖν
dictar sentencia en relación con la violencia y el perjurio de que ha hecho usoπερὶ αὐτῶν διαλαβεῖν μισοπονήρως, ἵν' ὦ τετευχὼς τῆς σῆς δικαιοσύνης
περὶ τοῦ πράγματος
ἐντευχθεὶς Αὐρηλιανὸς αἰσιώτατα περὶ τοῦ πρακτέου διείληφεν
ἵν' ἐὰν μέν τι πάθω δ[ια]ληφθῇ π[ερὶ αὐτῆς κα[τ]ὰ τὰ περὶ [τούτων προστεταγ]μένα
para que, si algo me sucede, se dicte sentencia sobre ella de acuerdo con lo estipulado en estos casos
B c. διά ‘de parte a parte’
I tr.
1 coger, agarrar
τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας
κρέσσονα (ἄνδρα) διαλαβὼν ... χερσίν
τὴν ἀσπίδα καὶ <τὸν> θώρακα καὶ τὸ κράνος
• ref. a pers. prender
ἐκέλευε αὐτὸν τοὺς ἄλλους παῖδας διαλαβεῖν
• en v. pas. ser llevado preso
διαλελαμμένος ἄγεται
• en la lucha coger por la cintura, sujetar con ambos brazos
τιν' αὐτῶν ... διαλαβὼν ἀγκυρίσας
σὺ διάλαβ[ε
• coger con violencia
τοὺς μὲν διαλαβόντες ἦγον
• coger en medio, rodear
οἱ δὲ λῃσταὶ ... μέσους διαλαβόντες ἔμενον
τὴν κεφαλὴν ἐν κύκλῳ διαλαμβάνουσα
• atar, amarrar
(λεπίδα) πρήσας σπάρτῳ διάλαβε
plegando (una hoja) átala con un junco
2 ocupar un territorio
διαλαβεῖν τὴν Ἀσίαν
τὴν διαδοχὴν Ἀγριππῖνος διαλαμβάνει
τῶν ... τὴν ἔπαρχον διειληφότων ἐξουσίαν
• apoderarse de, adueñarse de
κτύπου καὶ ταραχῆς ἀθρόας διαλαβούσης τὸ στρατιωτικόν
τὸν ... ἀρεταῖς πᾶσαν διειληφότα τὴν ὑφ' ἡλίου
del emperador Juliano
3 fig. deducir, inferir
τεκμήριον δὲ καὶ τούτων ἐκ [τῶν] γεγραμμένων σοι ὑπὸ Διονυσίου διαλάβοις ἄν
una prueba de estas cosas puedes deducirla de lo que te ha escrito Dionisio
• elegir
διαλήψεσθαι τὸν καιρόν
elegir el momento oportuno
4 arq. cubrir
διέλαβε τὸν ναὸν καὶ ἔνδοθεν καὶ ἔξωθεν ξύλοις κεδρίνοις ἁλύσεσι παχείαις συνδεδεμένοις
II intr. extenderse fig.
περισσοτέρως ... διέλαβεν ... ἡ θρησκεία αὐτῶν
1. als zijn deel ontvangen:
2. verdelen, scheiden:
3. onderscheiden, beschouwen:
4. vastgrijpen:
1) auseinander nehmen, trennen, teilen ; τὸν ποταμὸν εἰς διώρυχας Her. 1.202 ; ποταμὸς διαλελαμμένος πενταχοῦ 3.117 ; τὸν ἀριθμὸν πάντα δίχα δ. Plat. Polit. 147e ; Phil. 23c u. öfter ; ἐνιαυτοῖς καὶ μησὶ διειλημμένα Legg. X.886a ; αἱ πολιτεῖαι τοὺς Ἕλληνας διειλήφασι Isocr. 4.16 ; öfter bei Xen., wie Cyr. 4.1.14 ; εἰς εἴδη, Arist. rhet. 1.4 ; dah. = eine Pause machen ; ἐνταῦθα δεῖ ἐν τῷ ἑκὼν διαλαβεῖν λέγοντα Plat. Prot. 346e ; unterbrechen ; χώρα χαράδραις διειλημμένη DS ; θώρακες διειλημμένοι τὸ βάρος ὑπὸ τῶν τοῦ σώματος μερῶν, Panzer, deren Schwere sich auf die einzelnen Teile des Körpers verteilt hat, Xen. Mem. 3.10.13. Auch wie distinguere, χρώμασι, verzieren, Plat. Phaed. 110b ; vgl. λειμῶνες φυτοῖς διειλημμένοι Luc. patr.enc. 10.
2) etwas Verteiltes, seinen Anteil empfangen ; κατʼ ὀβολὸν τοὺς ἄρτους Dem. 34.37, v.l. ἐλάμβανον ; vgl. Lys. 12.7.
3) zwischen beiden Händen, od. bes. in der Fechtersprache, rund um den Leib fassen, διαλαμβάνων τοὺς νεανίσκους ἐτραχήλιζεν Plut. Ant. 33 ; übh. ergreifen, festhalten, Her. 1.114, 4.94 ; Ar. Eq. 262 ; Eccl. 1090, wo διαλέλημμαι steht ; Plat. Rep. X.615e ; vgl. Phaed. 81c ; bes. umzingeln, einschließen, τάφρῳ καὶ χάρακι τὰ μεταξὺ τῶν στρατοπέδων Pol. 5.99.9 ; φυλακαῖς τὰς ὁδούς 4.67 ; 1.75 ; τόπον πύργοις, Dion.Hal., wohin auch τοὺς ὅρους στήλαις, die Grenzen durch Säulen abstecken, gezogen werden kann, Dem. 18.154. Uebertr.
4) mit dem Geiste auffassen, τοῖς διανοήμασι, Plat. Legg. VI.777a ; erwägen, Eur. El. 373 ; τί δεῖ ποιεῖν, Pol. 4.25.1 ; περί τινος, 18.28 ; ὑπέρ τινος, 2.42.7 ; bestimmen, τὸν καιρόν, 15.5.2 ; ἀποστέλλειν, 30.9 u. a.Sp., die es auch für auseinandersetzen, erklären gebrauchen, z.B. περί τινος, Greg.Cor. p. 7.
- Ito take or receive severally, i. e. each for himself, each his share, Xen., etc.
- IIto grasp or lay hold of separately, διαλαβόντες τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας Hdt.:—generally, to seize, arrest, τινά Hdt.
- 2as a gymnastic term, to seize by the middle, Ar.: metaph. of the soul, διειλημμένη ὑπὸ τοῦ σωματοειδοῦς Plat.
- IIIto divide, τὸν ποταμὸν ἐς τριηκοσίας διώρυχας δ. Hdt.:—Pass., ποταμὸς διαλελαμμένος πενταχοῦ divided into five channels, Hdt.; θώρακες διειλημμένοι τὸ βάρος breast-plates having their weight distributed, Xen.
- 2to mark at intervals, Decret. ap. Dem.
- 3to cut off, intercept, Thuc.
- 4to mark off, distinguish:— Pass. χρώμασι διειλημμένη, marked with various colours, Plat.
- 5to distinguish in thought, Plat.: to state distinctly, ap. Dem.
-
…ὡς οὐ χρημάτων ἕνεκα ταῦτα πέπρακται, ἀλλὰ συμφέροντα τῇ πολιτείᾳ γεγένηται, ὥσπερ τι τῶν ἄλλων εὐλόγως πεποιηκότες. διαλαβόντες δὲ τὰς οἰκίας ἐβάδιζον · καὶ ἐμὲ μὲν ξένους ἑστιῶντα κατέλαβον, οὓς ἐξελάσαντες Πείσωνί με παραδιδόασιν · οἱ δὲ…
Lysias, Speeches
-
…Ἀράξης ποταμὸς ῥέει μὲν ἐκ Ματιηνῶν, ὅθεν περ ὁ Γύνδης τὸν ἐς τὰς διώρυχας τὰς ἑξήκοντά τε καὶ τριηκοσίας διέλαβε ὁ Κῦρος, στόμασι δὲ ἐξερεύγεται τεσσεράκοντα, τῶν τὰ πάντα πλὴν ἑνὸς ἐς ἕλεά τε καὶ τενάγεα ἐκδιδοῖ ·…
Herodotus, The Histories
-
…ἀνδρὸς δοκίμου ἐν Μήδοισι, οὐ γὰρ δὴ ἐποίησε τὸ προσταχθὲν ἐκ τοῦ Κύρου, ἐκέλευε αὐτὸν τοὺς ἄλλους παῖδας διαλαβεῖν, πειθομένων δὲ τῶν παίδων ὁ Κῦρος τὸν παῖδα τρηχέως κάρτα περιέσπε μαστιγέων. ὁ δὲ ἐπείτε μετείθη τάχιστα ,…
Herodotus, The Histories
-
…θερείην πᾶσαν αὐτοῦ ταύτῃ διέτριψαν ἐργαζόμενοι. ὡς δὲ τὸν Γύνδην ποταμὸν ἐτίσατο Κῦρος ἐς τριηκοσίας καὶ ἑξήκοντα διώρυχάς μιν διαλαβών, καὶ τὸ δεύτερον ἔαρ ὑπέλαμπε, οὕτω δὴ ἤλαυνε ἐπὶ τὴν Βαβυλῶνα. οἱ δὲ Βαβυλώνιοι ἐκστρατευσάμενοι ἔμενον αὐτόν…
Herodotus, The Histories
-
…προσχρωμένους ἆρʼ οὐχ εὑρήσομεν γενέσεώς τινος ἕνεκα προστάττοντας ; πῶς δʼ οὔ ; καὶ μὴν τά γε γιγνόμενα πάντα δίχα διαλαβεῖν οὐ παντάπασι χαλεπόν. πῇ ; τὰ μὲν ἄψυχα αὐτῶν ἐστί που συμπάντων, τὰ δʼ ἔμψυχα. ναί .…
Plato, Statesman
-
…καὶ ἥλιος ἄστρα τε καὶ τὰ σύμπαντα, καὶ τὰ τῶν ὡρῶν διακεκοσμημένα καλῶς οὕτως, ἐνιαυτοῖς τε καὶ μησὶν διειλημμένα · καὶ ὅτι πάντες Ἕλληνές τε καὶ βάρβαροι νομίζουσιν εἶναι θεούς. φοβοῦμαί γε, ὦ μακάριε, τοὺς μοχθηρούς…
Plato, Laws
-
…εἶναι τοιαύτη ἡ γῆ αὐτὴ ἰδεῖν, εἴ τις ἄνωθεν θεῷτο, ὥσπερ αἱ δωδεκάσκυτοι σφαῖραι, ποικίλη, χρώμασιν διειλημμένη, ὧν καὶ τὰ ἐνθάδε εἶναι χρώματα ὥσπερ δείγματα, οἷς δὴ οἱ γραφῆς καταχρῶνται. ἐκεῖ δὲ πᾶσαν τὴν…
Plato, Phaedo
-
…δέ γε ἀρχὴν αὐτοῦ διευλαβεῖσθαι πειρώμεθα τιθέμενοι. ποίαν δὴ λέγεις ; πάντα τὰ νῦν ὄντα ἐν τῷ παντὶ διχῇ διαλάβωμεν, μᾶλλον δʼ, εἰ βούλει, τριχῇ. καθʼ ὅτι, φράζοις ἄν ; λάβωμεν ἄττα τῶν νυνδὴ λόγων…
Plato, Philebus
-
…δʼ ἄρα τις αὐτόχειρ μὲν κτείνῃ ἐλεύθερον, θυμῷ δὲ ᾖ τὸ πεπραγμένον ἐκπραχθέν, διχῇ δεῖ πρῶτον τὸ τοιοῦτον διαλαβεῖν. θυμῷ γὰρ δὴ πέπρακται καὶ τοῖς ὅσοι ἂν ἐξαίφνης μὲν καὶ ἀπροβουλεύτως τοῦ ἀποκτεῖναι πληγαῖς ἤ τινι τοιούτῳ διαφθείρωσί…
Plato, Laws
-
…τῇ τῶν Μυτιληναίων, ὡς πρὸς Πιττακὸν λέγων τὸ πάντας δὲ ἐπαίνημι καὶ φιλέω ἑκών ἐνταῦθα δεῖ ἐν τῷ ἑκών διαλαβεῖν λέγοντα ὅστις ἕρδῃ μηδὲν αἰσχρόν, ἄκων δʼ ἔστιν οὓς ἐγὼ ἐπαινῶ καὶ φιλῶ. σὲ οὖν, καὶ εἰ…
Plato, Protagoras