διακώλυσις
διακώλυσις, a hindering
διακώλ-ῡσις, εως, ἡ,
- hindering, preventing, αἱ τῶν ἀναιρέσεων δ. Pl. R. 469e; ἀπὸ προαιρέσεων Arist. Rh.Al. 1421b22.
oposición, impedimento
τῶν ἀναιρέσεων
λόγων ἢ πράξεων
διακώλυσις, εως (ἡ) [ῡ] action d’empêcher, Plat. Rsp. 469e, Ep. 316b; Arstt. Rhet. Al. 2, 3.
Étym. διακωλύω.
διακώλυσις, [ῡ], ἡ, Verhinderung, Plat. Rep. V.469e ; – Sp.
διακώλυσις
διακώλῡσις, εως
from διακωλύω
- a hindering, Plat.