διαμορφωτικός
διαμορφωτικός, formative
διαμορφ-ωτικός, ή, όν,
- formative, φύσις Ptol. Tetr. 142.
que da forma c. gen.
τῶν τόπων τούτων ... δ. φύσις
διαμορφωτικός, formative
que da forma c. gen.
τῶν τόπων τούτων ... δ. φύσις