διαμόρφωσις
διαμόρφωσις, forming, shaping
διαμόρφ-ωσις, εως, ἡ,
- forming, shaping, τῆς ὕλης Plu. An.procr. 2.1023c; ἐμβρύων Ath.Med. ap. Orib. 22.9.1.
- II gesture, ‘business’, in acting, Demetr. Eloc. 195.
1 configuración
τῶν ἐμβρύων
τῆς ὕλης
τῶν αἰσθητῶν
διατύπωσις ... καὶ δ.
2 ademán, gesto en la escena
δ. πρὸς τὸν ὑποκριτὴν πεποιημένη
διαμόρφωσις, εως (ἡ) action de façonner, Plut. M. 1023c.
διαμόρφωσις, ἡ, Gestaltung, καὶ διατύπωσις ἀνδρείκελος Plut. Alex. 72, u. a.Sp.