διανυστικός
1 muy efectivo
παρὰ τὸ ἄνω, ἀνύω γέγονεν ἀνία, δ. καὶ πρακτική
2 adv. -ῶς de manera muy efectiva
δ. καὶ διεξοδικῶς αὐτὰ γιγνώσκομεν
1 muy efectivo
παρὰ τὸ ἄνω, ἀνύω γέγονεν ἀνία, δ. καὶ πρακτική
2 adv. -ῶς de manera muy efectiva
δ. καὶ διεξοδικῶς αὐτὰ γιγνώσκομεν