διασκελίζομαι
διασκελίζομαι, having the legs parted
διασκελίζομαι, in pf. part. Pass.,
- having the legs parted, σῶμα διεσκελισμένον PMag.Par. 1.2309; δ. καθῆσθαι Eust. 1038.10, cf. EM 502.39.
tener las piernas separadas
σῶμα διεσκελισμένον
διεσκελισμένον καθῆσθαι
διασκελίζων περιπατεῖ