διάσκεψις
διάσκεψις, inspection, examination
- inspection, examination, περί τινος Pl. Lg. 697c, Luc. Anach. 21, Posidon. ap. Gal. 5.469, cf. Lyd. Mag. 1.45: in pl., questions for decision, Plu. Tim. 38.
1 reflexión, examen, consideración c. gen. o περί y gen.
περὶ ... τῆς πολιτείας
περὶ παθῶν
περὶ τούτων
τοῦ συμφέροντος
πραγμάτων
τὸ ... ἀκριβὲς τῆς περὶ αὐτῶν διασκέψεως
ἡ τοῦ λογισμοῦ ἀδεὴς δ.
ἐπὶ πλέον παρατεῖναι τὴν διάσκεψιν
• plu. cuestiones sometidas a examen
ἐπὶ τὰς μείζονας διασκέψεις ἐκεῖνον ἐκάλουν
2 atención, interés, afán por c. gen.
τῶν αὐλημάτων
τῶν μελῶν
τῶν κοινῶν
3 examen c. la vista, inspección
τὰ γὰρ ... σπλάγχνα ἀκριβῆ πρὸς διάσκεψιν ἡγοῦνται
προθεσμίαν εἰς διάσκεψιν δίδοσθαι