διασκεπτικός
διασκεπτικός, cautious, considerate
διασκεπ-τικός, ή, όν,
- cautious, considerate, Poll. 1.178.
ponderado
στρατηγός
διασκεπτικός, betrachtend, Poll. 1.178.
διασκεπτικός, cautious, considerate
ponderado
στρατηγός