διασκεπτέον
διασκεπτέον, one must consider
διασκεπ-τέον,
- one must consider, Pl. Lg. 859b, Arist. Pol. 1324a3, etc.
hay que examinar
ἀκριβῶς τὸν (νόμον) περὶ τῶν τε ἱεροσυλούντων
δ. ... εἴ τις τοῖς εἰρημένοις τυγχάνει μὴ πειθόμενος
διασκεπτέον, vb. de διασκέπτομαι, Plat. Leg. 859b.