διασφετερίζομαι
διασφετερίζομαι, f.l. for σφετερίζομαι, Ph. 2.130.
hacer propio, apropiarse de
τὴν λείαν μόνοι διασφετερίσασθαι διανοηθέντες
τι[νὰ μὲν τούτ]ων (τῶν γονέων) διεσφετηρί[σαν]τό τινα δὲ καὶ ἀπηνέγκα<ν>το
δια·σφετερίζομαι (inf. ao. -ίσασθαι) s’approprier complètement, Phil. 2, 130.
διασφετερίζομαι, verstärktes σφετερίζομαι, Philo.