διατετραίνω
διατετραίνω, to bore through, make a hole in
- bore through, κεφαλάς Hdt. 3.12; ᾠόν Plu. l.c.:—Med., aor., ὦτα διετετρήνατο Ar. Th. 18:—διατιτραίνω Thphr. CP 1.17.9 (Pass.); also (as if from διατίτρημι) part. διατιτράντες D.C. 69.12, impf. διετίτρη App. Pun. 122:—late pres. διατιτράω Suid.: impf. διετίτρων App. Hisp. 77; διετίτρα Gal. 14.18.
1 atravesar de lado a lado, perforar, horadar
κεφαλάς
νέβρεια ... ὀστέα
para hacer flautasβακτηρίαν ξυλίνην ... ὥσπερ αὐλόν
τὸ ᾠόν
τὸ δέρμα
τὸν τράχηλον διατρήσας καὶ τὸν ἐγκέφαλον ἐκκενώσας
perforando el cuello y vaciando el cerebroτὸν λόφον διέτρησαν
horadaron la colina con un túnel
• c. dat. instrum.
περόναις διατρῆσαι τὰ σφυρά
τὸ τεῖχος πυκνοῖς τρυπάνοις διατρήσομεν
ῥινοκέρως ... (κέρατι) χαλκόν τε διατρήσειεν ὀρούσας
διατέτρηται ᾗ ἐσακούομεν
hay una abertura por donde oímosὦτα
para poner pendientesὄστρακα διατετρημένα
κάλαμοι ... διατετρημένοι πέραν
cañas perforadas de un lado a otroἡ σκληρὰ μῆνιγξ ἡ σκέπουσα τὸν ἐγκέφαλον διατέτρηται δίκην ἠθμοῦ
la membrana dura que recubre el cerebro está perforada como un coladorἐκ τοῦ ποδώματος διατρηθέντος τὴν κακουργίαν γεγονέναι
que la fechoría (un robo) fue cometida por un agujero hecho en el pisoὁ δὲ σφόνδυλος ... διατρηθεὶς ὀπαῖς
τοὺς πόδας διατρηθέντες
• tb. en v. med.
Αἰθὴρ ... ἀκοῇ δὲ χοάνην ὦτα διετετρήνατο
el Éter ... como abertura para la audición perforó los oídos
2 c. ac. de resultado abrir a través de en v. med.
τοὺς δ' ἑτέρους (τῆς ἐκκρίσεως πόρους) ... οἷόν ὀπάς τινας λεπτὰς διετετρήνατο
las otras (vías de excreción) las había abierto a modo de finos agujerosτρήματα δὲ πολλὰ διατέτρηται διὰ τοῦ κρανίου
muchos agujeros han sido abiertos a través del cráneo
- to bore through, make a hole in, τι Hdt.