δικασταγωγός
δικασταγωγός, official who escorted foreign
δῐκαστ-ᾰγωγός, ὁ,
- official who escorted foreign δικασταί to their homes, Milet. 3.152.94 (ii B. C.); δ. ἀπὸ Ἀσίας ἐπὶ Ἀγητορίδα IG 5(1).39 (Sparta, ii A. D.).
oficial que escolta a los jueces, alguacil
δικ]ασταγω[γὸς πεμφθεὶς ὑπὸ τῆς] πόλεως [πρὸς] Μιλη[σίους
δ. ἀπὸ Ἀσίας ἐπὶ Ἀγητορίδα