δικασπολέω
δικασπολέω, judge
δῐκασ-πολέω,
- judge, Diotog. ap. Stob. 4.7.61.
impartir justicia
ἔργα δὲ βασιλέως τρία, τό τε στραταγὲν καὶ δ. καὶ θεραπεύεν θεώς
δικασπολέω-ῶ [ῐ] rendre la justice, Diotog. (Stob. Fl. 48, 61).
Étym. δικασπόλος.
δικασπολέω, Richter sein, Stob. Flor. 48.61.