Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δικαστικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δικάρανος
δικάρδιος
δικάρηνος
δίκαρος
δικαρπέω
δίκαρπος
δικαρυτίδα
δίκασα
δικάσημα
δικασία
δικάσιμος
δίκασις
δικασκόποι
δικάσκοπος
δικασμός
δικασπολεῖον
δικασπολέω
δικασπολία
δικασπόλος
δικάσσατε
δικασταγωγία
δικασταγωγός
δικαστεία
δικαστέον
δικαστήρ
δικαστηριακός
δικαστηρίδιον
δικαστήριον
δικαστής
δικαστικός
δικαστικῶς
δικαστορεύω
δικαστός
δικαστοφιλακέω
δικαστοφυλακέω
δικάστρια
δικαστύς
δικασχολέομαι
δικαταληκτέω
δικατάληκτος
δικαταληξία
δικάτωρ
δικαυλέω
δικεῖν
δικέλαδος
δίκελλα
δικελλευτής
δικέλλιον
δικελλίτης
δικελλοειδής
δίκελλον
δικέντητον
δίκεντρος
δικέντρων
δικέραιος
δίκερας
δικεράτιον
δικέρατος
δίκερκος
δίκερος
δίκερως
…
δικαστικῶς
Save
Bailly 2024
δικαστικῶς
[
δῐ
]
adv.
à la manière des juges,
Luc.
Herm.
47
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}