δικαστεία
δικαστεία, function of a δικαστής
δῐκαστ-εία, ἡ,
- function of a δικαστής, IG 12(9).4.8 (Carystus), CIG 3184 (Smyrna), Ἀρχ.Ἐφ. 1911.134 (Gonni).
función de juez, judicatura
κατὰ τὴν δικαστείαν πεποηκότες τὰ δίκαια
ἔν τ[ε] τῷ τῆς δικαστείας χρόνῳ
δικαστεία, ἡ, = δικαστήριον, Inscr. 3184.