Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δίκασα
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δικαιοφανής
δικαιοφροσύνη
δικαιόφρων
δικαιοφύλαξ
δικαιόω
δίκαιρον
δίκαιρος
δικαίωμα
δικαίως
δικαίωσις
δικαιωτήριον
δικαιωτής
δικάλαμον
δικαμπής
δικαμπίας
δικᾶν
δίκανα
δικανεύομαι
δικανίζω
δικανικός
δίκανον
δικανούς
δίκαρ
δικάρανος
δικάρδιος
δικάρηνος
δίκαρος
δικαρπέω
δίκαρπος
δικαρυτίδα
δίκασα
δικάσημα
δικασία
δικάσιμος
δίκασις
δικασκόποι
δικάσκοπος
δικασμός
δικασπολεῖον
δικασπολέω
δικασπολία
δικασπόλος
δικάσσατε
δικασταγωγία
δικασταγωγός
δικαστεία
δικαστέον
δικαστήρ
δικαστηριακός
δικαστηρίδιον
δικαστήριον
δικαστής
δικαστικός
δικαστικῶς
δικαστορεύω
δικαστός
δικαστοφιλακέω
δικαστοφυλακέω
δικάστρια
δικαστύς
δικασχολέομαι
…
δίκασα
Save
Grieks Nederlands
δίκασα
ep. aor.
van
δικάζω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}