δικαιονομέω
δῐκαιο-νομέω,
- = δικαιοδοτέω, Ph. 1.126.
administrar justicia
Μωυσῆς μέντοι τὰ μέγιστα δικαιονομεῖν ἀξιοῖ
ὁ γὰρ Ῥαδάμανθυς δικαιονομεῖ τοῖς κάτω
δικαιονομέω-ῶ [ῐ] administrer la justice, Phil. 1, 126.
Étym. δικαιονόμος.
δικαιονομέω, das Recht verwalten, Philo.