Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δικαιολόγημα
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Δίκαια
δικαιάδικος
Δικαιάρχεια
Δικαιαρχείτης
Δικαιαρχεύς
δικαιαρχία
Δικαιαρχία
Δικαιαρχικός
Δικαίαρχος
δικαιεῦν
δικαιέω
δικαϊκός
δικαικός
Δικαιογένης
δικαιοδοσία
δικαιοδοτέω
δικαιοδότης
δικαιοεύρετος
δικαιοθέτης
Δικαιοκλῆς
Δικαιοκράτης
δικαιοκρισία
δικαιοκρίτης
δικαιοκριτικός
δικαιόκριτος
δικαιοκτονέω
δικαιοκτονία
δικαιοκτόνος
δικαιολογέομαι
δικαιολογέω
δικαιολόγημα
δικαιολόγητον
δικαιολογία
δικαιολογίζομαι
δικαιολογικός
δικαιολόγος
δικαιόμετρον
δικαιόμετρος
δίκαιον
δικαιονομέω
δικαιονομία
δικαιονόμος
δικαιοποιέω
δικαιόπολις
Δικαιόπολις
Δικαιοπολίτης
δικαιοπραγέω
δικαιοπράγημα
δικαιοπραγής
δικαιοπραγητέον
δικαιοπραγία
δικαιοπραγματεία
δικαιοπραγμοσύνη
δικαιοπρακτικός
δικαιοπραξία
δικαιοπράττω
δίκαιος
Δίκαιος
δικαιοσύνη
Δικαιόσυνος
δικαιόσυνος
…
δικαιολόγημα
Save
Pape
δικαιολόγημα
, τό, = δικαιολογία, Eust.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}