δικαιολογικός
δικαιολογικός, of or for pleading, judicial
δῐκαιο-λογικός, ή, όν,
- of or for pleading, judicial, Sch. S. OC 237. Adv. -κῶς, Comp. -κώτερον ibid.
1 propio de un alegato de defensa, justificativo, convincente
φανῆναι ἂν τὰ μὲν συνηγοροῦντα τῶν εἰρημένων ... ἔχοντά τι πραγματικὸν καὶ δικαιολογικόν
(στάσεις)
• neutr. subst. τὸ δ. discurso de defensa
τῷ δικαιολογικῷ τὸν Οἰδίπουν χρήσασθαι πρὸς αὐτούς
• neutr. compar. como adv.
ἐπεὶ οὗτοι οὔπω πείθονται, τότε δικαιολογικώτερον ... ἐκφέρει τὰ ἑξῆς ὁ Οἰδίπους
2 adv. -ῶς con animo de justificación o defensa Eust.1011.20.
δικαιολογικός, ή, όν [δῐ] d’avocat, de barreau, Hermog. Rhet. 3, 49, 6.
Étym. δικαιολόγος.
δικαιολογικός, ή, όν, zur Verteidigung gehörig, Rhett.
• Adv., δικαιολογικώτερον , Schol. Soph. O.C. 237.
• Adv., δικαιολογικώτερον , Schol. Soph. O.C. 237.