δικαιονομία
δῐκαιο-νομία, ἡ,
- = δικαιοδοσία, Ph. 2.365, IG 7.21.21 (Megara).
administración de justicia
ἕνεκεν ... δικαιοσύνας ἇς ἐποιήσαντο ἐν τᾷ δικαιονομίᾳ
ἡ ἀφ' αὑτοῦ (τοῦ θεοῦ) δ.
δικαιονομία, ας (ἡ) [δῐ] administration de la justice, Phil. 2, 365.
Étym. δικαιονόμος.
δικαιονομία, ἡ, Rechtsverwaltung, Philo.