δικοτέχνης
δικοτέχνης, professional advocate
δῐκοτέχνης, ου, ὁ,
- professional advocate, D.Chr. 7.124.
profesional de la justicia, abogado
γλωσσοτέχνας δὲ καὶ δικοτέχνας οὐδεμία ἀνάγκη (γενέσθαι)
δικο·τέχνης, ου (ὁ) [ῐ] jurisconsulte, Chrys. 1, 124.
Étym. δίκη, τέχνη.
δικοτέχνης, ὁ, Rechtskünstler, D. Chrys.