δικραιόομαι
δικραιόομαι, branch, fork
δῐ-κραιόομαι,
- branch, fork, prob. in Hp. Epid. 2.4.1 (but cf. Oss. 10); cf. Erot.
dividirse, bifurcarse
(ἡ ἡπατῖτις) παρὰ τὰς ἐσχάτας δύο πλευρὰς ἐδικραιώθη