δικραιότης
δικραιότης, division
δῐ-κραιότης, ητος, ἡ,
- division, Hp. Loc.Hom. 6.
bifurcación
δικραιότης, ητος (ἡ) forme fourchue, Hpc. 411, 5.
Étym. δίκραιος.
δικραιότης, ητος, ἡ, die Zweispaltung, Hippocr.