διορατικός
διορατικός, clear-sighted
- clear-sighted, Ph. 1.478: c. gen., Luc. Salt. 4 (Comp.); τῶν ὄντων Max.Tyr. 16.3, cf. Asp. in EN 79.28.
I
1 que distingue
ὁ ὀξὺς καὶ δ. ὀφθαλμός
(αἴσθησις)
• intelectualmente capaz de discernir, clarividente, sagaz, perspicaz
ὁ δὴ συνίων καὶ δ. οὗτός ἐστιν ὁ γνωστικός
τὸ δ. τῆς ψυχῆς ... ὄμμα
• c. gen.
διορατικοὺς ... ἡμᾶς γίνεσθαι ... τοῦτου
• frec. en compar. c. valor intensivo
τῶν ἐν τῷ βίῳ διορατικώτερος ... ἐπανελήλυθα
he regresado ... más clarividente para las cosas de la vidaδιορατικωτέρους ... γίνεσθαι τῶν ἐν αὐτοῖς ἀληθῶν
• de la capacidad profética
(δαίμονες) ἔχοντές τι περὶ τῶν μελλόντων διορατικόν
• dicho del pueblo hebreo
δ. γένος
Ἰσραήλ
• subst. τὸ δ. capacidad de discernimiento
(φωτισμός) τὸ δ. ἐντιθείς
• neutr. compar. como adv.
διορατικώτερον κατανοοῦντες τὰ τῆς θεοσεβείας πράγματα
2 que ve a través dicho de Zacarías
διορατικωτέρῳ τῷ ὄμματι θεασάμενος τὸν ... ἐπιγάστριον
II adv. -ῶς de la percepción intelectual clara, distintamente
ἄφρων ... ὁ πρὸς τὰ κοινὰ ... δ. μὴ ἔχων