Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διόρασις
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διόπομπος
δίοπος
διοπτάνω
διοπτάω
διοπτεία
διόπτειρα
διόπτευσις
διοπτευτήριον
διοπτεύω
διοπτήρ
διόπτης
διοπτικά
διοπτικός
διόπτιον
διόπτομαι
δίοπτος
διόπτρα
διοπτρεία
διοπτρίζω
διοπτρικός
διόπτριον
διόπτρισις
διοπτρισμός
διοπτρίτης
δίοπτρον
ΔιϜοπύκτας
διοπωπέας
διοπωπεύς
διοπωπεύω
διορ-
διόρασις
διορατέον
διορατικός
διορατός
διοράω
διοργανίζω
διοργανισμός
διοργανόομαι
διοργανόω
διοργάνωσις
διοργιάζω
διοργίζομαι
διοργυιόομαι
διόργυιος
Διόρδουλοι
διορθεύω
διορθόω
διορθρίζω
διόρθωμα
διόρθωσις
διορθωτέον
διορθωτέος
διορθωτήρ
διορθωτής
διορθωτικός
διορθωτικῶς
διόρθωτος
διορία
διορίζω
διόρισις
διορίσκος
…
διόρασις
Save
Pape
διόρασις
, [ᾱ], ἡ,
das Durchsehen
, Eust.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}