διχόστομος
δῐχό-στομος, ον,
- = δίστομος II, δορὸς πλᾶκτρον S. Fr. 152.
de doble filo
δορὸς διχόστομον πλᾶκτρον
moharra de doble filo de la lanza
διχό·στομος, ος, ον [ῐ] c. δίστομος, Soph. fr. 164.
Étym. δίχα, στόμα.
διχόστομος, = δίστομος, Soph. frg. 164.