διχονοέω
δῐχο-νοέω,
- = διχογνωμονέω, condemned by Poll. 2.228.
1 adoptar puntos de vista contradictorios
ἀντιδοξοῦντες διχονοεῖν ποιοῦσι τοὺς μανθάνοντας
διχονοεῖν οὔτε πρέπον οὔθ' ὅλως θεμιτὸν εἶναι
• c. giro prep.
ἐνίους ... πρὸς τὴν τῶν πρὸς ἀλλήλους διχονοούντων ὁμόνοιαν βοηθοὺς ἀποστείλαιμι
2 dudar
δ. μήπως καὶ νῦν μὴ (τὸ ἐπιστόλιον) καταλάβῃ σε ἐν Ἀλεξανδρείᾳ
πῶς ἦν ἀκόλουθον διχονοεῖν ἔτι ...;
διχονοέω-οῶ [ῐ] différer d’opinion, DS. 2, 29 ; Chrys. 10, 15 Migne.
Étym. διχόνοος.
διχονοέω, = διχογνωμονέω ; Poll. 2.228 u. a.Sp.