διχόρειος
διχόρειος, ditrochaeus
δι-χόρειος (sc. πούς), ὁ,
- ditrochaeus, Longin. 41.1.
métr. dicoreo o ditroqueo pie métrico cuyo esquema es ¯˘¯˘ Cic.l.c., Quint.ll.cc.,
τροχαῖοι καὶ διχόρειοι
διτρόχαιος ... ἢ δ.
δι·χόρειος, ου (ὁ) [ῐ] s. e. πούς, dichorée, pied de deux trochées, Lgn 41, 1.
Étym. δίς, χορεῖος.
διχόρειος, ὁ, sc. πούς, Doppeltrochäus (– ◡ – ◡); Longin. 41.1 ; Hephaest.