δουλοκρατέομαι
δουλοκρατέομαι, to be ruled by slaves
δουλο-κρᾰτέομαι, Pass.,
- to be ruled by slaves, D.C. 60.2; or, like slaves, Lib. Decl. 43.35.
1 ser gobernado por esclavos
περιφανέστατα γὰρ τῶν ὁμοίων ἐδουλοκρατήθη
2 ser gobernado como esclavo
ὁ δῆμος δουλοκρατούμενος οὐκ εἶχεν ὅ τι χρήσαιτο
δουλο·κρατέομαι-οῦμαι [ᾰ]
1 être gouverné par des esclaves, DC. 60, 2 (ao. ἐδουλοκρατήθη) ||
2 être gouverné comme un esclave, Lib. 4, 807 (part. prés. -κρατούμενος).
Étym. δοῦλος, κρατέω.
δουλοκρατέομαι, von Sklaven beherrscht werden, DC. 60.2 ; – wie ein Sklave beherrscht werden, Liban.