δουλοκρατία
δουλοκρατία, slave-government
δουλο-κρᾰτία, ἡ,
- slave-government, J. AJ 19.4.4.
gobierno de esclavos
δουλοκρατίαν ἐπόψεσθαι καταλαβοῦσαν
δουλοκρατίαν νομοθετήσας (Γαΐος)
• poder de los esclavos
πολλὴν τὴν δουλοκρατίαν ἐπῃρμένος τοῖς δεσπόταις
δουλο·κρατία, ας (ἡ) [ρᾰ] domination exercée par les esclaves, Jos. A.J. 19, 4, 4.
Étym. δοῦλος, κράτος.
δουλοκρατία, ἡ, Sklavenherrschaft, Jos., v.l. δουλοκράτεια.