δουλοποιέω
δουλοποιέω, enslave
δουλο-ποιέω,
- enslave, Herm. ap. Stob. 1.49.45.
esclavizar
τὸ ... ὑπερέχον καὶ βασιλικὸν δουλοποιεῖ τὸ ὑπερεχόμενον
δουλοποιέω, enslave
esclavizar
τὸ ... ὑπερέχον καὶ βασιλικὸν δουλοποιεῖ τὸ ὑπερεχόμενον