δουλοπόνηρος
δουλοπόνηρος, bad like a slave’s
δουλο-πόνηρος, ον,
- bad like a slaveʼs, κόλυθρον Telecl. 3.
malo como un esclavo
δουλοπόνηρον ῥυπαρὸν σκόλυθρον
δουλο·πόνηρος, ος, ον, méchant comme un esclave, Télécl. (Poll. 10, 164).
Étym. δοῦλος, πονηρός.
δουλοπόνηρος, schlecht wie ein Sklave, Teleclid. bei Poll. 10.164.